Είδος: επιστημονικής φαντασίας, δράσης, δραματική

Παραγωγή: SnowPiercer, Moho Film, Opus Pictures, Stillking Films, CJ Entertainment

Διάρκεια: 126 λεπτά

Ημερομηνία κυκλοφορίας (Ελλάδα): 01/08/2013

Σκηνοθεσία: Joon-ho Bong

Σενάριο: Joon-ho Bong, Kelly Masterson

Παίζουν: Chris Evans, Jamie Bell, Tilda Swinton κ.ά

Μουσική: Marco Beltrami

Χώρα: ΗΠΑ

Γλώσσα: Αγγλικά

     H ιστορία μας τοποθετείται σε ένα μετα-αποκαλυπτικό περιβάλλον, το οποίο δημιουργήθηκε από ένα λάθος πείραμα που έκανε η ανθρωπότητα, προκειμένου να επιλύσει το φαινόμενο του θερμοκηπίου. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να παγώσει όλος ο πλανήτης και η ανθρωπότητα σχεδόν να εξαφανισθεί.

     Ο Wilford, δημιουργός του Τραίνου (Νέα Πόλις), το οποίο στεγάζει πλέον την υπολειπόμενη ανθρωπότητα, έχει αποφασίσει να διοικεί την πόλη του βάσει ενός πλατωνικού – δαρβινικού τύπου πολιτεύματος, στο οποίο τονίζεται ξεκάθαρα το ταξικό στοιχείο. Όντας ένας ακραίος τεχνοκράτης και πραγματιστής, ο Wilford προσπαθεί να επιβάλλει την κλασική δαρβίνεια φυσική επιλογή στην κοινωνία του, με αποτέλεσμα στην ουρά του τραίνου να υπάρχουν οι εργάτες, οι οποιοί ζουν υπό άθλιες συνθήκες διαβίωσης και στο μπροστινό μέρος του τραίνου να υπάρχει η αριστοκρατική ελίτ, η οποία καλοπερνάει κάνοντας πάρτυ σε πισίνες και τρώγοντας ακριβό φαγητό. Όλο αυτό το απείκασμα κοινωνίας δικαιολογείται από τον Wilford στα πλαίσια της ομαλούς διαβίωσης και πρωτίστως επιβίωσης της ανθρωπότητας μέσω της αρμονίας που προσφέρει το class system. Δηλαδή ο καθένας παίζει το ρόλο του και, αν διαταραχθεί η δαρβινική ιεραρχία, τότε η ανθρωπότητα θα καταρρεύσει συλλήβδην.

     Αυτή η συντηρητική και κυνική αντίληψη το μόνο που κάνει, εκτός από το να διαπράττει το φυσιοκρατικό σφάλμα (naturallistic fallacy), δημιουργεί και τον επαναστατικό σπινθήρα – θα καταλύσει αυτός το σύστημα τελικά; Θα το αλλάξει; Ή θα το καταστρέψει ολοσχερώς;

     Η ατμόσφαιρα, στην οποία τοποθετούμαστε, ειναι αρκετά καφκική και μέσα από αυτήν ο Bong κατάφερε να απεικονίσει τη συνοχή και την αγάπη μεταξύ των παθούντων. Πολυ gore και ωραίες χορογραφίες συνόδευσαν όλο το επαναστατικό εγχείρημα. Εξαιρετική ταινία, η οποία δημιουργεί μεγάλο κοινωνικό και φιλοσοφικό προβληματισμό και θα αλλάξει τον τρόπο που βλέπουμε το dystopian είδος.

  • 8/10

Dante Voreadir

 

Είδος: επιστημονικής φαντασίας, δράσης, περιπέτεια

Παραγωγή: Charles Roven, Deborah Snyder

Διάρκεια: 151 λεπτά

Ημερομηνία κυκλοφορίας (Ελλάδα): 24-03-2016

Σκηνοθεσία: Zack Snyder

Σενάριο: Chris Terrio, David S. Goyer

Παίζουν: Ben Affleck, Henry Cavill, Amy Adams, Jesse Eisenberg, Diane Lane, Laurence Fishburne, Jeremy Irons, Holly Hunter, Gal Gadot

Μουσική: Hans Zimmer, Junkie XL

Χώρα: ΗΠΑ

Γλώσσα: Αγγλικά

 

     Μετά από ένα απογοητευτικό “Man of Steel” και κουβαλώντας στους ώμους του πλέον την κινηματογραφική εξέλιξη της DC Comics, όπως αυτή παίρνει μορφή μέσα από τη δημιουργία της Justice League, ο Zack Snyder στο “Batman v. Superman” προσπάθησε να διορθώσει τα λάθη του, αλλά και να εξιλεώσει τον εαυτό του μπροστά στο fandom της DC. Από ό,τι φαίνεται όμως, ο Snyder δεν ανταποκρίθηκε στο hype που ο ίδιος δημιούργησε τα τελευταία χρόνια, αφήνοντάς μας μια γλυκόπικρη γεύση και κάνοντάς μας να θέλουμε κάτι παραπάνω.

     Η ταινία επικεντρώνεται σε τρία major events της DC (ναι, καλά διαβάσατε): τη μάχη του Superman με το Batman, τη μάχη του Superman με τον Doomsday (έναν από τους βασικούς και δυνατότερους villains του Superman) και τη δημιουργία της Justice League, ενώ τέλος, κάνει νύξεις στο event της “Injustice: Gods Among Us”, όπου ο Superman, αφού ξεγελάστηκε από το Joker και σκότωσε τη Lois Lane και το αγέννητο παιδί τους, θολώνει, σκοτώνοντας τον Joker και εν τέλει, γίνεται ένας Τύραννος στη Γη. Επομένως, εάν κάποιος δεν έχει ιδέα από τα comics, θα βρει τον εαυτό του μπερδεμένο και αποσβολωμένο μέσα στα teasers των υπόλοιπων ηρώων που παρουσιάζονται μέσα στην ταινία όπως επίσης και στο pastiche των events. Είναι κατανοητό πως ο Snyder ήθελε να επιταχύνει τα πράγματα και το timeline στη DC, αλλά υπερέβαλλε, με αποτέλεσμα να υπάρχουν ανακρίβειες και σεναριακά άλματα, να σκοτώνεται ο βασικός villain αλλά και να μας προϊδεάζει για τον ερχομό του Darkseid. Και όλα αυτά από την πρώτη ταινία.

     Πέραν των σεναριακών ατοπημάτων του Snyder, οι ερμηνείες ήταν πολύ καλές. Ο Ben Affleck παραδόξως ξεπέρασε τις προσδοκίες και ερμήνευσε τον Batman πολύ καλά, προσδίδοντας του μια πιο ώριμη και σκοτεινή, ίσως και καταθλιπτική πλευρά. Ο Jesse Eisenberg έδωσε μια πιο θεατρική ερμηνεία στο Lex Luthor, φτάνοντας στα όρια της τρέλας σε πολλές περιπτώσεις, κάνοντας συνεχώς νύξεις για την τραγικότητα της ύπαρξης και του θεού, μέσα από πολλές βιβλικές αναφορές. Η δε Gal Gadot ερμήνευσε πολύ καλά το ρόλο της Wonder Woman υποστηρίζοντας τη δυναμικότητα του χαρακτήρα.

     Τα effects ήταν εξαιρετικά, όπως θα το περιμέναμε από μια τέτοια ταινία, με αποτέλεσμα να υφιστάμεθα μια οπτική πανδαισία καθ΄όλη τη διάρκεια της ταινίας. Από την άλλη, το soundtrack δυστυχώς ήταν σαν να μην υπήρχε., δεν κατάφερε να μας συνδέσει, όπως θα έπρεπε, με το ρού της ιστορίας.

    

     Γενικά το  “Batman v. Superman” ήταν μια καλή ταινία, καλογυρισμένη, με καλές ερμηνείες και τεράστιες ποσότητες δράσης, που μπορεί να καθηλώσει τον οποιονδήποτε. Τη συνιστώ για μια έκρηξη αδρεναλίνης.

  • 6,5/10

Dante Voreadir

 

 

Σκηνοθεσία: Jennifer Kent

Παίζουν: Essie Davis, Noah Wiseman, Daniel Henshall κ.ά

Διάρκεια: 94'

 

από τον Χρήστο Ζαφειριάδη

     Πάντοτε πίστευα ότι μια καλή ταινία τρόμου μπορείς απλά και μόνο να την ακούς. Δεν χρειάζεται να βλέπεις τα τέρατα, τα αίματα και τα τρομαγμένα πρόσωπα των πρωταγωνιστών, μπορείς μονάχα να ακούς τις κραυγές και τους ήχους της αγχώδους (δια)ταραχής τους, μπορείς να αισθάνεσαι το σκοτάδι και την απειλητική ατμόσφαιρα, που δημιουργεί η έλλειψη μιας αντικειμενικής αναπαράστασης. Με αυτό τον τρόπο η φαντασία ερεθίζεται αβίαστα χωρίς να μπορείς να της ξεφύγεις, χωρίς να μπορείς να αποδράσεις από την φρίκη και τον πανικό, που ο ίδιος προκαλείς στον εαυτό σου, όσο ερμητικά κλειστά κι αν πιστεύεις ότι μπορείς να κρατήσεις τα μάτια σου. Έτσι, ο τρόμος που προκαλείται είναι περισσότερο επικίνδυνος, αφού παίρνει τη μορφή, που του δίνεις εσύ, εκείνη, που κατοικεί στις πιο σκοτεινές γωνιές του μυαλού, περιμένοντας την κατάλληλη στιγμή, για να επιτεθεί στην καθημερινή σου αταραξία. Μια καλή ταινία τρόμου μπορεί να το προκαλέσει αυτό, απλά και μόνο με τους ήχους, που είναι ενδεδυμένες οι σκηνές της, απλά και μόνο με την συνειδητή δημιουργία ενός υποκειμενικού εφιάλτη έτοιμου να σε κατασπαράξει. Το "The Babadook" είναι η καλύτερη ταινία, για να την ακούσεις.

     Η ταινία της Αυστραλιανής Jennifer Kent πραγματεύεται την ιδέα του μπαμπούλα, που έρχεται συνήθως τις νύχτες, για να τρομάξει τα μικρά παιδιά και, αν του κάνει κέφι, να επιτεθεί και στους ανυποψίαστους γονείς τους. Στην προκειμένη περίπτωση, η υπερφυσική δύναμη του τίτλου ξεπηδά από τις σελίδες ενός αγνώστου ταυτότητας παιδικού βιβλίου και επιτίθεται στον εξάχρονο Samuel και τη μοναχική μητέρα του, Amelia. Δύο χαρακτήρες ευάλωτοι, που έρχονται αντιμέτωποι με την οντότητα αυτή, ο καθένας με τον δικό του τρόπο και για τους δικούς του λόγους.

     Είναι φανερό ότι η σκηνοθέτις, ήδη από το μικρού μήκους “Monster”, προσπαθεί να μιλήσει για τους κρυμμένους φόβους του καθενός από εμάς και την μορφή, που τους δίνουμε, για να μας στοιχειώνουν με ευλάβεια. Και το κάνει με ένα υπέροχο παιχνίδι υποβολής και φωτοσκιάσεων που, είμαι σίγουρος, θα ζήλευαν οι masters of horror της δεκαετίας του ‘30 και του ’40. Ένα μικρό παιδί άμαθο, ανεπιτήδευτο και αθώο, όπως είναι, βλέπει τον Babadook σε κάθε σκιά της καθημερινότητάς του, μέχρι να πειστεί ότι τον βλέπει και στο φως. Οι λόγοι δεν είναι πολύπλοκοι, η πραγματικότητα, όπως ακριβώς αναγνωρίζεται, έτσι με την ίδια ευκολία μπορεί και να διαστρεβλωθεί. Στο μυαλό ενός μικρού παιδιού οι μπαμπούλες υπάρχουν πάντα, είναι όμως στο χέρι των μεγαλυτέρων να τους διώξουν και να τους κρατήσουν μακριά. Έτσι, το τέρας συστήνεται στον θεατή, ακόμα κι αν παραμένει απρόσωπο, διατηρώντας παράλληλα υπό αμφισβήτηση την αντικειμενικότητα της ύπαρξής του.

     Ωστόσο, από τη μέση περίπου της ταινίας κι έπειτα, με ένα εξωφρενικό twist του σεναρίου, ο Babadook θα εγκαταλείψει τον μικρό Samuel και θα ξεκινήσει να επιτίθεται και να πολιορκεί την αντίληψη της μητέρας. Μιας μητέρας, που καλείται να αντιμετωπίσει το σκοτάδι, που κατοικεί μέσα της από την ημέρα, που ο σύζυγός της, έξι χρόνια πριν, έχασε τη ζωή του σε αυτοκινητιστικό, μεταφέροντάς την στο νοσοκομείο, για να γεννήσει. Το σκοτάδι φυσικά δεν γεννήθηκε σε μια νύχτα - όπως στην περίπτωση του Samuel -, αλλά αναπτύχθηκε σταδιακά, αφού ο πόνος και η θλίψη της απώλειας δεν κατάφεραν να ξεπεραστούν. Αναπτύχθηκε όσο η οδύνη της μοναξιάς μεταμορφωνόταν σε πνευματική απειλή, που το μυαλό θέλησε να κρατήσει κρυφή (στις σκιές;) μέχρι να έρθει η ώρα της απελευθερωτικής φανέρωσης.

     Κάπου εδώ, η Kent θα σε βάλει να σκεφτείς, αν η μορφή του Babadook είναι μια αληθινή οντότητα, που ήρθε, για να στοιχειώσει τους πρωταγωνιστές και να διεκδικήσει την σωματική τους κάθοδο στην άβυσσο, ή παραμένει αποκύημα ενός παρανοϊκού μυαλού σε πνευματική αποσύνθεση. Αν παραμένει μια ενοχική αναπαράσταση όσων μαρτυρικά μάς βασανίζουν, όσων προσπαθούμε να κρατήσουμε σε απόσταση, γιατί δεν έχουμε το σθένος να αντιμετωπίσουμε.

     Μέχρι το κρεσέντο του φινάλε, απάντηση από την Kent δεν θα πάρεις. Το σινεμά, άλλωστε, δεν είναι, για να σου τα δίνει όλα. Από τις αυξομειώσεις της φωνής, που μεταμορφώνονται σε κραυγές, από τα μάτια, που σε κοιτάζουν αλλά δεν μπορείς να τα δεις μες στο σκοτάδι (νιώθεις όμως το βλέμμα τους καρφωμένο επάνω σου) και το μαύρο πέπλο, που σκεπάζει τον Babadook (θυμίζοντας το Νοσφεράτου), μέχρι τα χαμόγελα, τις ανθισμένες βουκαμβίλιες και το λευκό περιστέρι του φινάλε ως σύμβολο της ειρήνης, θα πρέπει να αποφασίσεις. Θα πρέπει να επιλέξεις, αν αυτό, που μόλις παρακολούθησες, ήταν ένας αληθινός τρόμος, που κατοικεί στο πετσί σου, ένας πνευματικός ψυχαναγκασμός σε έκσταση, ή μια ερεβώδη κατάδυση στις πιο σκοτεινές γωνιές του υποσυνείδητου.

(…με το σκοτάδι του θανάτου να μένει εκτός οθόνης, έχοντας όμως με επιτυχία κυριεύσει τα πάντα στο πέρασμά του)

Είδος: επιστημονικής φαντασίας, δράσης, περιπέτεια

Παραγωγή: Kevin Feige

Διάρκεια: 147 λεπτά

Ημερομηνία κυκλοφορίας (Ελλάδα): 05-05-2016

Σκηνοθεσία: Anthony Russo, Joe Russo

Σενάριο: Christopher Markus, Stephen McFeely

Παίζουν: Chris Evans, Robert Downey Jr, Scarlett Johansson, Don Cheadle κ.ά

Μουσική: Henry Jackman

Χώρα: ΗΠΑ

Γλώσσα: Αγγλικά

     Από ό,τι φαίνεται, η Marvel έχει βρει τη μυστική συνταγή, καταφέρνοντας και αυτή τη φορά να μας εντυπωσιάσει, παρουσιάζοντάς μας ένα από τα σημαντικότερα events της, τον εμφύλιο πόλεμο που ξεσπάει μεταξύ των Avengers.Ύστερα από ένα ατύχημα εξ αμελείας των Avengers, το οποίο σκότωσε αρκετούς ανθρώπους, οι κυβερνήσεις από 117 χώρες αποφασίζουν να τους θέσουν υπό επίβλεψη, αναγκάζοντάς τους να υπογράψουν ένα Σύμφωνο, στο οποίο θα έπρεπε να αποκαλύψουν τη ταυτότητά τους και να είναι υπό συνεχή παρακολούθηση από την αμερικανική κυβέρνηση. Ο Τόνι Σταρκ (Iron Man) ήταν από τους πρώτους που συμφώνησε για την υπογραφή του Συμφώνου, προσπαθώντας να πείσει και τους υπόλοιπους πως όλο αυτό είναι για το καλό όλων.Από την άλλη πλευρά, ο Στιβ Ρότζερς (Captain America) διαφώνησε κάθετα με το Σύμφωνο και αναγκαστικά ήρθε σε ρήξη με τον Iron Man, ο οποίος είχε διαταγές από την κυβέρνηση να συλλάβει όλους τους αντιφρονούντες.

     Η ταινία ήταν διαποτισμένη με τέραστια πακέτα δράσης και εξαιρετικά effects.Το soundtrack ήταν spot on και βοήθησε να ξεδιπλωθεί αρκετά ωραιά όλη η ιστορία.Ως ταινία της Marvel, δεν ήταν δυνατόν να λείπουν οι αστείες στιγμές, οι οποίες λειτουργούν εργαλειακά, θυμίζοντάς μας ότι όσο άσχημη και να είναι η κατάσταση, πάντα μπορούμε να δούμε την αστεία της πλευρά.Έγινε παρουσίαση νέων χαράκτηρων και παρόλο τη διάσπαση των Avengers, όλο αυτό το εγχείρημα θα δέσει εξαιρετικά σε επόμενες ταινίες.Ίντριγκες και μυστικά που θα έπρεπε να μείνουν σφραγισμένα, θα αλλάξουν μια για πάντα όλο το Marvel Universe.

     Οι Avengers δε θα είναι ποτέ πια οι ίδιοι.

     Εν κατακλείδι, ήταν μια πολύ ωραία ταινία, με μπόλικη δράση εμποτισμένη με το κλασσικο χιούμορ της Marvel που σίγουρα μπόρει να σε κρατήσει καθηλωμένο από τα effects και από το σασπένς. A must see!

  • 8.5/10

Dante Voreadir

    

     Οκτώ χρόνια μετά το αρκετά επιτυχημένο μεταφυσικό θρίλερ “Martyrs”, σε σκηνοθεσία του Pascal Laugier, ο Κevin Goetz μάς φέρνει στην οθόνη ενα reboot, που φιλοδοξεί να μας δημιουργήσει τους ίδιους φιλοσοφικούς και μεταφυσικούς προβληματισμούς ή ίσως και τις ενοχλήσεις, που μας δημιουργήθηκαν λόγω των βασανιστηρίων και του gore.

     Στο πρώτο μισό της ταινίας ο Goetz φαίνεται να ακολουθεί το original playbook και να μας δείχνει πώς η Λούσι δραπετεύει από ένα κτίριο, στο οποίο τη βασάνιζαν. Έπειτα τη βλέπουμε σε ένα ορφανοτροφείο να προσπαθεί να ξεπεράσει τους φόβους της, που έχουν μετενσαρκωθεί σε ένα πλάσμα που την κυνηγάει παντού. Επίσης, βλεπούμε την Άννα, ένα συνομήλικο κοριτσάκι να γίνεται η κολλητή της και να προσπαθεί να τη βοηθήσει να ξεπεράσει τους φόβους της. Ύστερα από δέκα χρόνια, η Λούσι κάνει ένα απεχθές έγκλημα σε ένα απομονωμένο σπίτι, ξεκληρίζοντας μια ολόκληρη οικογένεια. Έπειτα καλεί την Άννα απευθείας, με σκοπό να τη βοηθήσει να καλύψουν το φόνο. Ανακαλύπτουν όμως ένα μεγάλο μυστικό από το οποίο δε θα καταφέρουν να αποδράσουν.

     Στο δεύτερο μέρος, δυστυχώς, η ταινία δεν κατάφερε να δημιουργήσει τη σκοτεινή ατμόσφαιρα και το θρησκευτικό/μεταφυσικό overtone του προκατόχου της. Αντιθέτως, είδαμε μια αμερικανοποίηση, η οποία κατάντησε family friendly, αναιρώντας τον τελεολογικό-πεσιμιστικό χαρακτήρα του αρχικού αφηγήματος. Δεν υπήρξε επαρκής διάδραση του δαίμονα και της Λούσι, με αποτέλεσμα να μην μπορούμε να καταλάβουμε τη σχιζοειδή σύνδεση μεταξύ τους. Ελάχιστα βασανιστήρια και ελάχιστο gore συνόδευαν τη διαδικασία, όπου θα γινόταν το τελικό transcendence του ατόμου σε μάρτυρα, με αποτέλεσμα να μη μπορεί ο θεατής να δημιουργήσει συναισθηματική σύνδεση με τους χαρακτήρες. Η Άννα έκανε rampage σε στυλ Rambo και στο τέλος είδαμε κραταιό το χριστιανικό στοιχείο της λύτρωσης και της ελπίδας μετακινώντας όλον το φιλοσοφικό προβληματισμό του θανάτου, του πόνου, του μαρτυρίου, του φαταλισμού και της σχιζοφρένειας σε ένα λυτρωτικό happy end.

     Δυστυχώς, ο Goetz δεν ανταποκρίθηκε στις απαιτήσεις του horror fandom, δημιουργώντας μια ταινία απλά προς μαζική κατανάλωση. Αν κάποιος θέλει να σκοτώσει την ώρα του, μπορεί να τη δει. Ειδάλλως, εάν θέλει να προβληματιστεί, μπορεί να ανατρέξει στο κλασικό αριστούργημα.

  • 3,5/10

Dante Voreadir

Σκηνοθεσία: Umberto Lenzi

Πρωταγωνιστούν: Hugo Stiglitz, Laura Trotter

92’ , 2.35 : 1

     Μια άγνωστη και ανώνυμη πόλη που σειέται συθέμελα, ένα κομμάτι του βιομηχανοποιημένου πολιτισμού το οποίο μολύνεται από τη ραδιενέργεια και μετατρέπει τους πολίτες σε νεκροζώντανα όντα. Πλάσματα που προσπαθούν να επιβιώσουν μεταξύ ζωής και θανάτου περιφέρονται στο αστικό τοπίο αναζητώντας την ανθρώπινη σάρκα, με σκοπό να κατασπαράξουν ό,τι ανθρώπινο έχει μείνει να αναπνέει. Ό,τι ανθρώπινο έχει μάθει να επιβιώνει, μέσα σε ένα τόπο που μοιάζει με τσιμεντένια ζούγκλα, όπου οι κάτοικοι ζούνε και συμπεριφέρονται σαν τις μηχανές.

     Η ταινία του Umberto Lenzi είναι ένα απολαυστικό κινηματογραφικό αιματοκύλισμα που εξαπλώνεται με μορφή επιδημίας. Μιας επιδημίας η οποία ξεσπά όταν ένα αγνώστου ταυτότητος στρατιωτικό αεροσκάφος προσγειώνεται σε ένα πολιτικό αεροδρόμιο και από μέσα του ξεχύνεται ο θάνατος. Οι επιβάτες του έχουν μολυνθεί ραδιενεργά από άγνωστες αιτίες και ορμάνε με θυμό στους ανυποψίαστους πολίτες, με τις δυνάμεις του στρατού ανίκανες να αμυνθούν. Η αρρώστια εξαπλώνεται σε ολόκληρη την πόλη κι ένα όργιο δολοφονιών, αιματοχυσίας και κατακρεουργημένης ανθρώπινης σάρκας παρουσιάζεται στην οθόνη.

    Η προσέγγιση του Lenzi είναι διασκεδαστική και ταυτόχρονα εξωφρενική. Οι μολυσμένοι πολίτες (τους οποίους ο ίδιος ο σκηνοθέτης δεν θεωρεί ζωντανούς-νεκρούς), άλλοι καμένοι και άλλοι παραμορφωμένοι από την ραδιενέργεια, φέρονται με μια ακατάπαυστη οργή. Χωρίς να διαθέτουν τα βραδυκίνητα χαρακτηριστικά γνωρίσματα των νεκροζώντανων, ας πούμε, του Romero, κινούνται σε γρήγορες ταχύτητες (θυμίζοντας τους μολυσμένους κατοίκους του Λονδίνου του Danny Boyle στο «28 Μέρες Μετά») και επιτίθενται, μεταδίδοντας τη μόλυνση. Επιτίθενται, όχι μόνο με τα νύχια και τα δόντια τους, αλλά με ρόπαλα, όπλα και λοστούς, κυρίως όμως με τσεκούρια και μαχαίρια, μιας και η αιχμή τους είναι και η πιο αποτελεσματική λύση για να ανοίξει το σώμα και να ξεχυθεί από μέσα το αίμα που τόσο λαχταρούν για να τους ξεδιψάσει.

     Οι μολυσμένοι, (διε)φθαρμένοι σωματικά και πνευματικά, μανιακοί (Crazies;), πραγματοποιούν μαζική επίθεση πρώτα σε ένα τηλεοπτικό σταθμό (άγνωστο πως έφτασαν εκεί) κομματιάζοντας κυριολεκτικά ένα γυναικείο χορευτικό σχήμα και το συνεργείο που το κινηματογραφεί, ενώ στη συνέχεια ξεσπάνε τη μανία τους σε ένα νοσοκομείο. Τα πτώματα γεμίζουν τα κτήρια που περιμένουν καρτερικά να ερημώσουν, ενώ από τη μανία της επιδημίας δεν γλυτώνει ούτε ο εγκαταλελειμμένος από πιστούς οίκος του Θεού. Ο Lenzi φαίνεται να το διασκεδάζει περισσότερο από όλους. Αδιαφορεί για τους πρωταγωνιστικούς χαρακτήρες και τους αναπτύσσει ελάχιστα, αφού ο πρωταρχικός του στόχος φαίνεται να είναι ο παραλογισμός, η ακόρεστη βία και το σοκ που προκαλούν στο θεατή τα σφαγιασμένα πτώματα, τα ακρωτηριασμένα μάτια και η σήψη στα πρόσωπα των θυμάτων. Καταφέρνει με αυτό τον τρόπο να κατασκευάσει μια αιματοβαμμένη ταινία, αφιερωμένη στη φρίκη του βίαιου θανάτου και την ολοκληρώνει ονειρικά, με τον τρόμο ενός ατέλειωτου εφιάλτη να πλανάται στην οθόνη.

Χρήστος Ζαφειριάδης

Page 1 of 2